Διροφιλαρίωση

Η διροφιλαρίωση είναι παρασιτικό νόσημα του σκύλου, που συναντάται επίσης σε πολλά άλλα σαρκοφάγα, όπως ο λύκος, η αλεπού και η γάτα, και οφείλεται στο νηματώδες παράσιτο Dirofilaria immitis. Η συχνότητα εμφάνισης διροφιλαρίωσης στον σκύλο αγγίζει το 34% στη Μακεδονία και στη Θράκη και το 0.7% στην Αττική

Η μετάδοση της Dirofilaria immitis γίνεται με μολυσμένα κουνούπια τα οποία μεταδίδουν στο σκύλο με το τσίμπημά τους το παράσιτο με την άωρη (ανώριμη) μορφή του, που ονομάζεται μικροφιλάρια. Στον οργανισμό του ζώου, και μέσα σε 4 έως 9 μήνες από την αρχική μόλυνση οι μικροφιλάριες εξελίσσονται και φτάνουν στα "όργανα στόχους" . Οι ενήλικες μορφές του παρασίτου, που μπορούν να φτάσουν σε μήκος τα 31 εκατοστά, εγκαθίστανται στην καρδιά και σε μεγάλα αγγεία κοντά σε αυτήν. Οι μικροφιλάριες κυκλοφορούν με το αίμα σε όλο το σώμα.

Σε εξίμισι έως εννέα μήνες μετά τη μόλυνση του ζώου, τα ενήλικα πλέον παράσιτα παράγουν νέες μικροφιλάριες, με τις οποίες μολύνονται τα κουνούπια και έτσι συνεχίζεται ο κύκλος της μετάδοσης

Ένα σκυλάκι με διροφιλαρίωση στην αρχή μπορεί να μην έχει συμπτώματα. Αργότερα, θα παρουσιάσει εύκολη κόπωση, βήχα, δύσπνοια, απώλεια βάρους, αιμόπτυση, αναιμία κ.ά. Με την εξέλιξη της νόσου μπορεί να προκύψουν συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, πνευμονική θρομβοεμβολή, πολυοργανικές βλάβες, ακόμη και θάνατος.

Στη διάγνωση της διροφιλαρίωσης βοηθούν ο υπέρηχος και οι ακτινογραφίες, η εξέταση ούρων και οι αιματολογικές εξετάσεις (συμπεριλαμβανομένης μιας ειδικής εξέτασης που ονομάζεται δοκιμή Knott και στοχεύει στην εντόπιση των μικροφιλαριών στο αίμα του πάσχοντος σκύλου). Η πιο ευαίσθητη μέθοδος ωστόσο, είναι αυτή που ανιχνεύει αντιγόνα του παρασίτου στον ορό του αίματος (ονομάζεται μέθοδος ELISA). Η τελευταία αυτή δοκιμή βοηθά στη διάγνωση της νόσου, στον προληπτικό έλεγχο των σκύλων, αλλά και στον έλεγχο του θεραπευτικού αποτελέσματος.

Για την αντιμετώπιση της διροφιλαρίωσης υπάρχουν πολλά και διαφορετικά πρωτόκολλα. Η επιλογή του καταλληλότερου γίνεται με βάση τη βαρύτητα της νόσησης, την ηλικία και τη γενικότερη κατάσταση του ζώου.
Σύμφωνα με τα τελευταία δεδομένα, προτιμάται να ξεκινά η θεραπεία με τη χορήγηση αγωγής που θανατώνει τις μικροφιλάριες.

Στη συνέχεια, δύο μήνες αργότερα, ξεκινάει η αγωγή για τη θανάτωση των ενηλίκων παρασίτων με που γίνεται εγχύσεις της ουσίας που ονομάζεται μελαρσομίνη σε συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα.

Σε ιδιαίτερα επιβαρυμένα ζώα, η παραπάνω αγωγή αναβάλλεται μέχρι τη σταθεροποίησή τους, και σε ορισμένες περιπτώσεις προτιμάται η μηχανική αφαίρεση των παρασίτων με μια ειδική επέμβαση πριν την έναρξη της φαρμακευτικής αγωγής.

Εκτός από τα παραπάνω, το ζωάκι πιθανόν να χρειαστεί φαρμακευτική αγωγή για την αντιμετώπιση των επιπλοκών της διροφιλαρίωσης αλλά και ειδική αγωγή για την πρόληψη και την αντιμετώπιση (αν προκύψουν) των πιθανών επιπλοκών της θεραπείας.

Για τον έλεγχο του θεραπευτικού αποτελέσματος γίνεται εξέταση στον ορό του αίματος 6 μήνες μετά το τέλος της αγωγής.

Η διροφιλαρίωση είναι μία νόσος που προλαμβάνεται. Η πρόληψη βασίζεται στην τακτική χορήγηση αντιπαρασιτικών φαρμάκων. Τα τελευταία θανατώνουν τις μικροφιλάριες , αποτρέποντας έτσι τις συνέπειες της ενηλικίωσής τους στον οργανισμό του σκύλου. Οι ουσίες που χρησιμοποιούνται είναι η μιλμπεμυκίνη, η σελαμεκτίνη, η μοξιδεκτίνη και η ιβερμεκτίνη. Οι ουσίες αυτές χορηγούνται είτε από το στόμα, είτε εφαρμόζονται ως αμπούλα στο δέρμα, αυστηρά κάθε μήνα, και κατά τη διάρκεια του χειμώνα στη χώρα μας. Η μοξιδεκτίνη κυκλοφορεί και σε ενέσιμη μορφή με διάρκεια δράσης έξι μήνες. Η χορήγηση προληπτικής αγωγής πρέπει να ξεκινάει από την ηλικία των 6-8 εβδομάδων. Ζωάκια μεγαλύτερα των 7 μηνών πρέπει πρώτα να ελέγχονται με ορολογική εξέταση και μετά να ξεκινούν την προληπτική αγωγή. Γενικά, συστήνεται ένα ζωάκι που λαμβάνει προληπτική αγωγή να ελέγχεται ορολογικά κάθε χρόνο.

Οι γάτες, αν και σπανιότερα, μπορούν να προσβληθούν από διροφιλαρίωση. Τα συμπτώματα της νόσου στις γάτες ενδέχεται να είναι από ανύπαρκτα έως δραματικά, με την εκδήλωση βήχα, εμέτου, ανορεξίας, επιληπτικών κρίσεων ή ακόμα και αιφνιδίου θανάτου. Επιπλέον, η θεραπευτική αγωγή που χορηγείται στους σκύλους, είναι ακατάλληλη για γάτες, οπότε δεν υπάρχει εγκεκριμένη θεραπεία για τη νόσο. Σε πολλές χώρες συστήνεται και έχει ξεκινήσει η χορήγηση προληπτικής αγωγής για τη διροφιλαρίωση και στις γάτες.